Σελίδες

Σάββατο 27 Απριλίου 2013

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ



Το Ζήτημα του Ονόματος της ΠΓΔΜ

Το ζήτημα του ονόματος της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας δεν είναι απλώς μια διαφορά περί ιστορικών γεγονότων ή συμβόλων. Πρόκειται για τη συμπεριφορά ενός κράτους μέλους των Ηνωμένων Εθνών, της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, η οποία αντιστρατεύεται τις θεμελιώδεις αρχές της διεθνούς έννομης τάξης, και πιο συγκεκριμένα τον σεβασμό της καλής γειτονίας, της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας.
Υπό το πρίσμα αυτό, το ζήτημα του ονόματος είναι ένα πρόβλημα με περιφερειακή και διεθνή διάσταση, το οποίο συνίσταται στην προώθηση αλυτρωτικών και εδαφικών βλέψεων εκ μέρους της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, με κύριο όχημα την πλαστογράφηση της ιστορίας και την οικειοποίηση της εθνικής και ιστορικής κληρονομιάς της Ελλάδας.

Το ζήτημα του ονόματος προέκυψε το 1991, όταν η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας αποσχίστηκε από την ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία και ανακήρυξε την ανεξαρτησία της υπό το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας».
Ιστορικά, ο όρος «Μακεδονία», ο οποίος σημειωτέον είναι ελληνική λέξη, αναφέρεται στο Βασίλειο και τον πολιτισμό των αρχαίων Μακεδόνων, που ανήκουν στο ελληνικό έθνος και αποτελούν αδιαμφισβήτητο κομμάτι της ελληνικής ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς.
Γεωγραφικά, ο όρος αυτός αναφέρεται σε μια ευρύτερη περιοχή που εκτείνεται στο σημερινό έδαφος διαφόρων βαλκανικών χωρών, με το μεγαλύτερο τμήμα της να βρίσκεται στην Ελλάδα και άλλα μικρότερα τμήματά της στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, τη Βουλγαρία και την Αλβανία. Ο κύριος κορμός της αρχαίας Μακεδονίας κείται εντός των σημερινών ελληνικών συνόρων και καταλαμβάνει το βόρειο τμήμα της ελληνικής επικράτειας που ονομάζεται Μακεδονία. Στην περιοχή αυτή ζουν σήμερα περίπου 2,5 εκατομμύρια Έλληνες, οι οποίοι θεωρούν και αποκαλούν τους εαυτούς τους Μακεδόνες από παλαιοτάτων χρόνων.

Οι ρίζες του ζητήματος του ονόματος ανάγονται στην επαύριο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ο Στρατάρχης Τίτο διαχώρισε από τη Σερβία την περιοχή που καλείτο μέχρι τότε Vardar Banovina (δηλαδή τη σημερινή Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας), χορηγώντας της καθεστώς ομόσπονδης συνιστώσας της τότε νέας ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας και μετονομάζοντάς την αρχικά σε «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας» και στη συνέχεια σε «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Παράλληλα, άρχισε να καλλιεργεί την ιδέα ενός χωριστού και διακριτού «μακεδονικού έθνους».
Ο Στρατάρχης Τίτο είχε βεβαίως πολλούς λόγους να προβεί σε αυτές τις ενέργειες, με κυριότερο την πρόθεσή του να θεμελιώσει μελλοντικές εδαφικές διεκδικήσεις της Γιουγκοσλαβίας στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας και να εξασφαλίσει διέξοδο στο Αιγαίο. Οι βλέψεις του Στρατάρχη Τίτο στην ευρύτερη Μακεδονία είχαν επιβεβαιωθεί ήδη από το 1944, όταν ανήγγειλε δημόσια ότι στόχος του ήταν να επανενώσει «όλα τα τμήματα της Μακεδονίας που διασπάστηκαν το 1912 και 1913 από τους βαλκάνιους ιμπεριαλιστές».
Τον Δεκέμβριο του 1944 τηλεγράφημα του State Department προς αμερικανικές Αρχές, με υπογραφή του τότε αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών Stettinius, έγραφε, μεταξύ άλλων, ότι: « Η (αμερικανική) Κυβέρνηση θεωρεί ότι αναφορές του τύπου μακεδονικό «έθνος», μακεδονική «Μητέρα Πατρίδα» ή μακεδονική «εθνική συνείδηση» αποτελούν αδικαιολόγητη δημαγωγία που δεν αντικατοπτρίζει καμία πολιτική πραγματικότητα και βλέπει σε αυτές την αναγέννηση ενός πιθανού μανδύα που θα υποκρύπτει επιθετικές βλέψεις εναντίον της Ελλάδας».

Σε αυτό το ιστορικό υπόβαθρο, η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας ανακήρυξε την ανεξαρτησία της το 1991, βασίζοντας την ύπαρξη της ως ανεξάρτητο κράτος στην τεχνητή και ψευδεπίγραφη έννοια του «μακεδονικού έθνους», η οποία καλλιεργήθηκε συστηματικά μέσω της πλαστογράφησης της ιστορίας και της καπηλείας της αρχαίας Μακεδονίας, για λόγους καθαρής πολιτικής σκοπιμότητας.
Η Ελλάδα αντέδρασε έντονα στην υποκλοπή της ιστορικής και πολιτιστικής της κληρονομιάς και στις υφέρπουσες εδαφικές και αλυτρωτικές βλέψεις της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και το θέμα ήλθε στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο με δύο αποφάσεις του [817(1993) και 845(1993)] συνιστά την εξεύρεση ταχείας διευθέτησης για το καλό των ειρηνικών σχέσεων και της καλής γειτονίας στην περιοχή.
Το 1993, κατόπιν της σύστασης του Συμβουλίου Ασφαλείας, η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας έγινε δεκτή, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, στα Ηνωμένα Έθνη με αυτήν την προσωρινή ονομασία έως ότου εξευρεθεί μια συμφωνημένη λύση.
Το 1995, η Ελλάδα και η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας συνομολόγησαν μια Ενδιάμεση Συμφωνία, η οποία επέβαλε έναν δεσμευτικό «κώδικα συμπεριφοράς».  Επί τη βάσει της Ενδιάμεσης Συμφωνίας τα δύο μέρη άρχισαν διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, οι οποίες συνεχίζονται μέχρι σήμερα.

Κατά το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από την υπογραφή της Ενδιάμεσης Συμφωνία η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας παραβιάζει συστηματικά το γράμμα και το πνεύμα της Συμφωνίας και, βεβαίως, τις υποχρεώσεις της που πηγάζουν από αυτήν:
• προβάλλοντας μεγαλοϊδεατικές εδαφικές βλέψεις κατά της Ελλάδας, μέσω της απεικόνισης σε χάρτες, σχολικά εγχειρίδια, βιβλία ιστορίας κλπ. ελληνικών εδαφών στην εδαφική επικράτεια μιας «μεγάλης» Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4 και 7.1,
• ενισχύοντας αλυτρωτικές διεκδικίσεις και υποδαυλίζοντας εθνικιστικά αισθήματα εντός της ελληνικής επικράτειας, κατά παράβαση του άρθρου 6.2,
• χρησιμοποιώντας την ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας» στους διεθνείς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων και των Ηνωμένων Εθνών, στους οποίους έχει προσχωρήσει υπό την προϋπόθεση να χρησιμοποιεί την προσωρινή ονομασία Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, κατά παράβαση της σχετικής δεσμεύσεως που προβλέπει το άρθρο 11.1 (ακόμα και από το βήμα των Ηνωμένων Εθνών ο τότε Πρόεδρος της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας είχε δηλώσει ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης ότι «το όνομα της χώρας μου είναι και θα είναι Δημοκρατία της Μακεδονίας»),
• χρησιμοποιώντας σύμβολα, όπως ο Ήλιος της Βεργίνας, η χρήση των οποίων απαγορεύεται από τη Συμφωνία σύμφωνα με το άρθρο 7.2, καθώς και άλλα σύμβολα που ανήκουν στην ελληνική ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά (μετονομασία αεροδρομίου Σκοπίων σε «Αλέξανδρος Μακεδών», έγερση αγαλμάτων του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Φιλίππου, ονομασία οδικού άξονα Χ, κατά το τμήμα του που διέρχεται από την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, ως «Αλέξανδρος ο Μακεδών» κλπ.),
• προβαίνοντας ή ανεχόμενη προκλητικές ενέργειες, οι οποίες υποδαυλίζουν εχθρότητα και φανατισμό, όπως η παραποίηση της ελληνικής σημαίας και η αντικατάσταση του χριστιανικού σταυρού με τη ναζιστική σβάστικα, οι προπηλακισμοί κατά ελληνικών επιχειρήσεων, επιχειρηματιών και τουριστών, κλπ., κατά παράβαση του άρθρου 7.1.
Βασική αρχή κάθε διαπραγμάτευσης μεταξύ κρατών είναι ότι τα εμπλεκόμενα μέρη πρέπει να διαπραγματεύονται με καλή πίστη και εποικοδομητικό πνεύμα και να εξαντλούν κάθε δυνατότητα προκειμένου να καταλήξουν σε συμβιβαστική λύση.
Η Ελλάδα, επιδεικνύοντας το απαιτούμενο εποικοδομητικό πνεύμα, προέβη σε ένα μείζον συμβιβαστικό βήμα, αποδεχόμενη σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό και χρήση έναντι όλων (erga omnes).
Η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας δεν έχει μέχρι στιγμής ανταποκριθεί στη συμβιβαστική αυτή χειρονομία της Ελλάδας και εμμένει κατά τρόπο αδιάλλακτο στην αρχική θέση της, την οποία προσπαθεί να επιβάλει de facto διεθνώς, με αποτέλεσμα να μην έχει σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος στις διαπραγματεύσεις που διεξάγονται επί 16 χρόνια υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών.

Είναι προφανές ότι η στάση της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας δεν επιτρέπει την ολοκλήρωση της ενταξιακής της πορείας στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεδομένου ότι οι δύο αυτοί οργανισμοί στηρίζονται στις θεμελιώδεις αρχές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, μεταξύ των οποίων και η αρχή της καλής γειτονίας, τις οποίες η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας δεν σέβεται.
Στο πλαίσιο αυτό, κατά τη Διάσκεψη Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι, τον Απρίλιο του 2008, τα μέλη της Συμμαχίας αποφάσισαν με συλλογική και ομόφωνη απόφαση ότι θα απευθυνθεί πρόσκληση στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας για ένταξή της εφόσον λυθεί το ζήτημα του ονόματος κατά τρόπο αμοιβαίως αποδεκτό.
Ομοίως από πλευράς ΕΕ, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ιουνίου 2008, με συλλογική και ομόφωνη απόφασή του, αποφάσισε ότι η λύση του ζητήματος του ονόματος κατά τρόπο αμοιβαίως αποδεκτό αποτελεί θεμελιώδη αναγκαιότητα προκειμένου να γίνουν περαιτέρω βήματα στην ενταξιακή πορεία της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας προς την ΕΕ.
Η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας προσέφυγε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης κατά της Ελλάδας, κατηγορώντας την ότι παραβίασε την Ενδιάμεση Συμφωνία με το αιτιολογικό ότι η ίδια, δήθεν, το 2008, παρεμπόδισε την ένταξή της στο ΝΑΤΟ.
Στην πραγματικότητα, όμως, η Ελλάδα όχι μόνον δεν αντιτίθεται στην ευρωπαϊκή και ευρω-Ατλαντική προοπτική της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, αλλά αντιθέτως την υποστηρίζει. Με ελληνική συναίνεση η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας απέκτησε καθεστώς υποψηφίας χώρας στην ΕΕ και έφθασε στα πρόθυρα της ένταξης στο ΝΑΤΟ. Επίσης με ελληνική συναίνεση καταργήθηκε το καθεστώς των θεωρήσεων για τους πολίτες της γειτονικής χώρας. Βασική όμως αντικειμενική προϋπόθεση για τη συνέχιση και ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής και ευρω-ατλαντικής πορείας κάθε υποψηφίου κράτους είναι να ασπάζεται και να σέβεται στην πράξη τις θεμελιώδεις αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται ο οργανισμός στον οποίο επιδιώκει την ένταξή του, και ιδίως την αρχή της καλής γειτονίας που αποτελεί τη βάση μιας εταιρικής ή συμμαχικής σχέσης μεταξύ κρατών.
Αντί η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας να αναγνωρίσει και να εκτιμήσει την ελληνική υποστήριξη στην ευρωπαϊκή και ευρω-ατλαντική της πορεία, συνήθως απαντά στις ελληνικές υποστηρικτικές χειρονομίες με νέες προκλήσεις και σκλήρυνση της στάσης της.

H σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό που θα ισχύει έναντι όλων αποτελεί την καλύτερη δυνατή βάση για την εξεύρεση ενός έντιμου συμβιβασμού αμοιβαίως επωφελούς που δεν θα δημιουργεί νικητές και ηττημένους, αλλά θα θέτει τις βάσεις για την ανάπτυξη μιας υγιούς και σταθερής διμερούς σχέσης που θα βασίζεται στην αρχή του σεβασμού της καλής γειτονίας και θα ενισχύσει την ειρήνη και τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή.
Η Ελλάδα επιθυμεί και επιδιώκει την ταχύτερη δυνατή επίλυση του ζητήματος του ονόματος κατά τρόπο αμοιβαίως αποδεκτό, σαφή και οριστικό, ο οποίος δεν θα δημιουργεί εστίες μελλοντικών τριβών.
Η ελληνική Κυβέρνηση καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή και απόδειξη τούτου αποτελούν οι αλλεπάλληλες επαφές στο υψηλότερο πολιτικό επίπεδο που πραγματοποιούνται με πρωτοβουλία της ελληνικής πλευράς.
Παρά την ύπαρξη του σοβαρού αυτού ζητήματος που επηρεάζει τις σχέσεις των δύο χωρών, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει εξέχουσα οικονομική παρουσία στη γειτονική χώρα, η οποία συμβάλλει ουσιαστικά και σημαντικά στην ανάπτυξή της, με τη δημιουργία θέσεων εργασίας, τη οικοδόμηση υποδομών κλπ.
Η επίλυση του ζητήματος του ονόματος θα άρει ένα σημαντικό σημείο τριβής στις σχέσεις των δύο χωρών και θα επιτρέψει την πλήρη αξιοποίηση του μεγάλου δυναμικού που ενέχει η συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών.



================================

Κυπριακό

Το Κυπριακό ζήτημα έχει  βαθειές ιστορικές ρίζες. Η έναρξη, όμως, της σύγχρονης φάσης του σηματοδοτείται από την παράνομη τουρκική εισβολή, (Ιούλιος-Αύγουστος 1974)   και την κατοχή έκτοτε του 37% περίπου του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Από το 1974 έως σήμερα το Κυπριακό ζήτημα, παραμένει κλασική περίπτωση διεθνούς προβλήματος εισβολής και κατοχής από ξένες δυνάμεις, εδάφους Κράτους Μελους των Η.Ε. και της Ε.Ε., σε ευθεία παραβίαση του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών αλλά και πληθώρας Αποφάσεων των Ηνωμένων Εθνών.

Η Τουρκία  αρνείται να αποσύρει τις παράνομες στρατιωτικές δυνάμεις κατοχής από την Κύπρο, οι οποίες, σύμφωνα με τουρκικές δηλώσεις, ανέρχονται στους 43.000 άνδρες. Το Κυπριακό συνιστά, επίσης, χαρακτηριστική περίπτωση συνεχούς, κατάφωρης και μαζικής παραβίασης βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών από την Τουρκία. Συγκεκριμένα, η Τουρκία παραβιάζει τα δικαιώματα των Ελληνοκυπρίων προσφύγων, των αγνοουμένων και των συγγενών τους καθώς και των εγκλωβισμένων στο κατεχόμενο τμήμα της νήσου, ενώ προβαίνει με συστηματικό τρόπο σε παράνομο εποικισμό και καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου.

Τον Νοέμβριο 1983,  η τουρκική πλευρά προχώρησε σε μονομερή ανακήρυξη ανεξαρτησίας του ψευδοκράτους στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου. Με τις Αποφάσεις 541/1983 και 550/1984, το Συμβούλιο Ασφαλείας καταδίκασε  την παράνομη αυτή μονομερή ενέργεια, ζητώντας την απόσυρσή της και καλώντας όλα τα κράτη να μην την αναγνωρίσουν ή βοηθήσουν καθ΄οιονδήποτε τρόπο.

Στόχος των διαπραγματεύσεων συνολικής επίλυσης του Κυπριακού ζητήματος,όπως αποτυπώνεται στις αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών, είναι η επανένωση της νήσου, υπό τη μορφή διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας, με πολιτική ισότητα όπως ορίζεται στις εν λόγω Αποφάσεις, μία διεθνή προσωπικότητα, μία κυριαρχία και μία ιθαγένεια.

Επιπλέον, μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή ¨Ενωση, το 2004, η όποια λύση θα πρέπει να είναι απολύτως συμβατή με το θεσμικό και νομικό πλαίσιο της ΕΕ και να διασφαλίζει την συνέχεια της αποτελεσματικής συμμετοχής της Κύπρου στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης.

Η πιο πρόσφατη διαπραγματευτική προσπάθεια στο Κυπριακό, ξεκίνησε, ως αποτέλεσμα κυρίως ελληνοκυπριακών  πρωτοβουλιών, τον Σεπτέμβριο 2008, υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών.  Οι συνομιλίες εστιάσθηκαν επί μακρόν σε θέματα κυρίως διακυβέρνησης, ΕΕ και  οικονομίας, καμία όμως ουσιαστική πρόοδος δεν  κατέστη δυνατή σε καίρια θέματα όπως το Περιουσιακό, ενώ η τουρκοκυπριακή πλευρά, κατά πάγια τακτική της,  αρνήθηκε  να διαπραγματευθεί το Εδαφικό, την αποχώρηση των παράνομων εποίκων και τα ζητήματα ασφάλειας και εγγυήσεων εφαρμογής μιάς συμφωνίας λύσης. Μετά από την ανάληψη της τουρκοκυπριακής ηγεσίας από τον κ. Ντερβίς ΄Ερογλου, τον Απρίλιο 2010, ακολούθησε μακρά περίοδος τουρκοκυπριακής κωλυσιεργίας, υπαναχωρήσεων και επίδειξης αδιαλλαξίας, μέχρι τον Μάρτιο 2012, όταν ο κ. ΄Ερογλου πάγωσε ουσιαστικά τις διαπραγματεύσεις, αρνούμενος να συνεχίσει τις απευθείας συνομιλίες  με τον τότε Κύπριο Πρόεδρο Χριστόφια.

Δυστυχώς, παρά την ρητορική στήριξη της ΄Αγκυρας στις διαπραγματεύσεις, η πραγματική της θέση αποτυπώνεται στις κατά καιρούς δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων περί «δύο λαών και κρατών», μη επιστροφής της Μόρφου και άλλων κατεχομένων εδαφών, παραμονής των τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο στο διηνεκές, ανάγκης για αλλαγή της βάσης των διαπραγματεύσεων προς χάριν αναζήτησης «εναλλακτικών» διχοτομικών «λύσεων».

Επί πλέον, παρά τις υποχρεώσεις της έναντι της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης  (Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Συμφωνίας της ΆγκυραςΔήλωση ΕΕ 21ης Σεπτεμβρίου 2005), η Τουρκία, εμμένει στην άρνησή της να εξομαλύνει τις σχέσεις της και αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία,

Με απειλές και άλλες παράνομες ενέργειες, αμφισβητεί επίσης την κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη και επιχειρεί, ματαίως, να αποτρέψει την άσκηση των κυπριακών κυριαρχικών δικαιωμάτων επ’ αυτής.

ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ
Για την Ελλάδα, ο τερματισμός της τουρκικής κατοχής και η εξεύρεση συνολικής και συμπεφωνημένης λύσης του κυπριακού προβλήματος, επί τη βάσει των Αποφάσεων των Ηνωμένων Εθνών και της ιδιότητας της Κύπρου ως Κράτους Μέλους της ΕΕ, αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα της εξωτερικής της πολιτικής.

Η επίλυση του Κυπριακού, αποτελεί  αναγκαία προϋπόθεση για την πλήρη εξομάλυνση των διμερών σχέσεων Ελλάδας και Τουρκίας.

Θεμέλιος λίθος της πολιτικής της Ελλάδας στο Κυπριακό, πηγή και εγγύηση της συμβολής της στις προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος και της εν γένει αποτελεσματικότητάς της,  είναι η διαρκής συνεργασία και ο συντονισμός με τον εκάστοτε Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας και την εκάστοτε κυπριακή κυβέρνηση, σε όλα τα επίπεδα.

Οι διαπραγματεύσεις για την επίλυση του Κυπριακού, ουδόλως συνδέονται με κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας, οριοθέτησης, ερευνών και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων στην Αποκλειστική Οικονομική της Ζώνη.

Τα κυπριακά αυτά δικαιώματα απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο και τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, αναγνωρίζονται δε από το σύνολο της διεθνούς κοινότητας, με μόνη εξαίρεση την Τουρκία.

Οι απειλές της Τουρκίας σε βάρος αυτών των δικαιωμάτων και οι παράνομες ενέργειές της στην κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη είναι απαράδεκτες.

Η Ελλάδα υποστηρίζει απόλυτα την άσκηση των  δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Αποκλειστική Οικονομική της Ζώνη.

Είναι κατηγορηματικά αντίθετη σε ενέργειες και μέτρα που αναβαθμίζουν τις «αρχές» της παράνομης αποσχιστικής οντότητας. Η λεγόμενη διεθνής «απομόνωση» της τουρκοκυπριακής κοινότητας, είναι συνέπεια της συνεχιζόμενης τουρκικής κατοχής και της παράνομης ανακήρυξης της αποσχιστικής οντότητας στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου.
==============================

Ζητήματα Ελληνοτουρκικών Σχέσεων

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 η Τουρκία εγκαινίασε μια συστηματική πολιτική αμφισβητήσεων και διεκδικήσεων σε βάρος της κυριαρχίας, των κυριαρχικών δικαιωμάτων και των διεθνών αρμοδιοτήτων της Ελλάδας στον θαλάσσιο, νησιωτικό και εναέριο χώρο.

Σκοπός της νεοπαγούς αυτής τουρκικής πολιτικής έναντι της Ελλάδας ήταν και είναι η μεταβολή του εδαφικού status quo, που προβλέπεται σε διεθνείς συνθήκες, με κεντρικό άξονα τη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης, καθώς και του νομικού καθεστώτος στον θαλάσσιο και εναέριο χώρο που πηγάζει από το διεθνές δίκαιο και δη το ισχύον δίκαιο της θάλασσας.

Η έναρξη της πολιτικής αυτής, η οποία άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο έντασης στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις που διαρκεί μέχρι σήμερα, σηματοδοτείται από την εμφάνιση των πρώτων διεκδικήσεων σε βάρος της ελληνικής υφαλοκρηπίδας το 1973 και της πρώτης αμφισβήτησης του εύρους του ελληνικού εθνικού εναερίου χώρου το 1975.

Η νέα αυτή τουρκική πολιτική κατά της Ελλάδας συνέπεσε με την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο και την κατοχή του βόρειου τμήματός της (Ιούλιος 1974), που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, με καθοριστικές επιπτώσεις στις σχέσεις των δύο χωρών και στην επαύξηση της έντασης.

Έκτοτε η Τουρκία άρχισε να πλέκει έναν καμβά συνεχώς αυξανόμενων αμφισβητήσεων και διεκδικήσεων που έφεραν τις δύο χώρες ακόμα και στο χείλος ένοπλης σύγκρουσης (κρίση Μαρτίου 1987 και κρίση Ιμίων Ιανουαρίου 1996).

Με άξονα τη διαφορά για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας (1973), και την κρίση που επακολούθησε φέρνοντας τις δύο χώρες σε έντονη αντιπαράθεση,  της οποίας επιλήφθηκε τελικώς, κατόπιν ελληνικής πρωτοβουλίας, τόσο το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, όσο και το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, η Τουρκία άρχισε σταδιακά να θέτει σε εφαρμογή την πολιτική των επαυξανόμενων αμφισβητήσεων και διεκδικήσεων που σταδιακά περιέλαβε:
•    αμφισβήτηση του νομίμου και κυριαρχικού δικαιώματος της Ελλάδας, με απειλή πολέμου (casus belli), να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της μέχρι τα 12 ναυτικά μίλια, όπως προβλέπει το Δίκαιο της Θάλασσας και όπως έχει πράξει το σύνολο σχεδόν των παράκτιων κρατών της διεθνούς κοινότητας, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων,
•    αμφισβήτηση του εύρους του ελληνικού εθνικού εναέριου χώρου, μέσω συνεχών παραβιάσεών του από τουρκικά μαχητικά αεροσκάφη,
•    αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας επί νησιών (καινοφανής θεωρία γκρίζων ζωνών) και παραβίασή της ακόμα και στην περίπτωση κατοικημένων,
•    αμφισβήτηση των θαλάσσιων συνόρων
•    αμφισβήτηση των αρμοδιοτήτων εντός του FIR Αθηνών που ασκεί η Ελλάδα βάσει αποφάσεων του ICAO, και η συνεχής άρνηση συμμόρφωσης της Τουρκίας προς τους κανόνες εναέριας κυκλοφορίας,
•    αμφισβήτηση των αρμοδιοτήτων της Ελλάδας εντός της περιοχής ευθύνης της για θέματα έρευνας και διάσωσης και
•    απαίτηση της Τουρκίας για αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου.
Τις προαναφερόμενες αμφισβητήσεις, η Τουρκία προωθεί στην πράξη με μεθόδους και πρακτικές που αντίκεινται στις θεμελιώδεις αρχές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών (απειλή πολέμου, βίαιες παραβιάσεις εθνικού εναέριου χώρου που πραγματοποιεί ακόμα και με οπλισμένα μαχητικά αεροσκάφη και μάλιστα υπεράνω κατοικημένων νησιών κλπ.).

Πώς απαντά η Ελλάδα στην τουρκική στάση; Η Ελλάδα είναι αυστηρώς προσηλωμένη στην αρχή της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών επί τη βάσει του διεθνούς δικαίου. Η προσήλωσή της στο διεθνές δίκαιο δεν είναι θεωρητική, αλλά έμπρακτη, αφού η Ελλάδα έχει αποδεχθεί με δήλωσή της τη γενική υποχρεωτική δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης με εξαίρεση τις διαφορές που σχετίζονται με τη λήψη στρατιωτικών μέτρων αμυντικού χαρακτήρα για λόγους ασφαλείας και αμύνης, ενώ  έχει κυρώσει τη Σύμβαση των ΗΕ  για το Δίκαιο της Θάλασσας (1982).

Η Ελλάδα επιδιώκει, στο πλαίσιο αυτό, να επιλύσει τη μόνη διαφορά που υφίσταται μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, σύμφωνα με τους κανόνες του διεθνούς δικαίου και, ειδικότερα, το δίκαιο της θάλασσας. Η νομικής φύσεως αυτή διαφορά αφορά στην οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας.

Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις επιτελεί η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Η Ελλάδα αποτελεί συνεπή και ειλικρινή υποστηρικτή της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας, γιατί θεωρεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι καταλύτης για την περιφερειακή σταθερότητα και ανάπτυξη και επειδή πιστεύει ότι η ένταξη της Τουρκίας θα είναι επωφελής για την ίδια, την Ευρώπη και την ευρύτερη περιοχή.

Θεμελιώδης, βέβαια, προϋπόθεση για την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ είναι η έγκαιρη πλήρωση των ενταξιακών κριτηρίων, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και ο σεβασμός της αρχής της καλής γειτονίας. Στο πλαίσιο αυτό, η ειρηνική επίλυση των διαφορών, συμπεριλαμβανομένης της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, εφόσον χρειασθεί, έχει αναχθεί σε βασικό κριτήριο, προαπαιτούμενο και προτεραιότητα στο πλαίσιο της ενταξιακής διαδικασίας της Τουρκίας και αποτυπώνεται στα θεμελιώδη ενταξιακά κείμενα (Διαπραγματευτικό Πλαίσιο, Εταιρική Σχέση), αλλά και στη Στρατηγική για τη Διεύρυνση, στις ετήσιες Εκθέσεις Προόδου, σε Συμπεράσματα του Συμβουλίου και σε άλλα επίσημα κείμενα της ΕΕ.

Πέραν τούτου, η Τουρκία, στο πλαίσιο της ενταξιακής της πορείας, οφείλει να εκπληρώσει βασικές διεθνείς και ευρωπαϊκές υποχρεώσεις της όσον αφορά τον σεβασμό των μειονοτικών δικαιωμάτων και της θρησκευτικής ελευθερίας. Η Ελλάδα αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στον σεβασμό από την Τουρκία των διεθνώς αναγνωρισμένων δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας και της θρησκευτικής ελευθερίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Παρά τα βήματα προς την σωστή κατεύθυνση, που πραγματοποίησε πρόσφατα η Τουρκία σε σχέση με την εκεί Ελληνική μειονότητα και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Άγκυρα παραμένει ακόμη εγκλωβισμένη σε μια λογική παρωχημένης αμοιβαιότητας. Συγκεκριμένα, εξακολουθεί να συνδέει δικές της υποχρεώσεις όσον αφορά τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θρησκευτικών ελευθεριών (όπως η επαναλειτουργία της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης) με τη Μουσουλμανική μειονότητα στην Θράκη ή ακόμη και με την ανέγερση τεμένους στην Αθήνα.

Η Ελληνική Πολιτεία, από πλευράς της, πέραν του αυτονόητου πλήρους και έμπρακτου σεβασμού των ειδικότερων προβλέψεων της συνθήκης της Λωζάννης και του διεθνούς δικαίου γενικότερα, αλλά και των θρησκευτικών πεποιθήσεων και πολιτιστικών καταβολών και των τριών συνιστωσών της Μουσουλμανικής μειονότητας, αντιμετωπίζει τα μέλη της μειονότητας ως Έλληνες πολίτες που απολαμβάνουν πλήρους ισονομίας και ισοπολιτείας. Αφουγκραζόμενη τις επιθυμίες και τις ανησυχίες τους, διαβουλευόμενη μαζί τους, σχεδιάζει και εφαρμόζει μία συνεπή και συνεκτική πολιτική για την καλύτερη δυνατή αντιμετώπιση των αναγκών τους σε όλους τους τομείς.

Οι απόπειρες για «γκετοποίηση» της μειονότητας και ισοπέδωση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της κάθε συνιστώσας, από όπου και αν προέρχονται, αντιστρατεύονται το διεθνές δίκαιο και καταλήγουν ουσιαστικά σε παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μελών της μειονότητας. Την καλύτερη και ηχηρότερη απάντηση στις απόπειρες αυτές δίνει η ίδια η μειονότητα, με την ενεργή και γόνιμη συνεισφορά της στο πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι της χώρας.

Η εξομάλυνση και βελτίωση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων, πέραν της σημασίας της στο διμερές επίπεδο, αποτελεί επίσης σημαντικό παράγοντα για τη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής της Νοτιο-Ανατολικής Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου.

Η Ελλάδα αποδίδει μεγάλη σημασία στην αρχή του σεβασμού της καλής γειτονίας, που αποτελεί εξάλλου πυλώνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την εμπέδωση και θεμελίωσή της.

Αποτελεί σταθερή επιδίωξη της Ελλάδας η μετατροπή της ελληνο-τουρκικής σχέσης από αντιπαραθετική σε συνεργατική. Γι’ αυτό και τείνει χείρα φιλίας στην Τουρκία, καλώντας την να συνεργαστεί, με πνεύμα συναινετικό και εποικοδομητικό, όπως αρμόζει σε γείτονες, για τη βελτίωση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων και την εξομάλυνση των σημείων τριβής.

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

ΠΡΟΕΔΡΙΚΗ ΦΡΟΥΡΑ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΟΕΔΡΙΚΗ ΦΡΟΥΡΑ

============================================================================================

--
ΕΘΝΙΚΟΣ  ΥΜΝΟΣ



=========================================

Our flag

-

==============================================


 Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ  ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ  ΣΤΗΝ  ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ  ΟΙ  ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΟΥΣ  ΕΙΝΑΙ  ΔΗΜΟΚΡΑΤΕΣ ΚΑΙ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΛΟΓΟ ΑΥΤΟ Η ΠΟΛΕΜΙΚΗ    ΑΡΕΤΗ ΤΩΝ  ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΝΤΟΤΕ ΑΣΚΗΘΗΚΕ ΓΙΑ ΤΗΝ  ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ  ΤΗΣ  ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΑΥΤΗΣ  ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΗΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ  ΤΩΝ  ΕΛΛΗΝΩΝ  ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΟ  ΓΕΓΟΝΟΣ  ΟΤΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΟΥΔΕΠΟΤΕ  ΑΣΚΗΣΑΝ ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΥΣ  ΠΟΛΕΜΟΥΣ, ΑΛΛΑ ΜΟΝΟΝ ΑΜΥΝΤΙΚΟΥΣ
=====================================

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ
Ο  ΠΡΩΤΟΣ ΙΔΡΥΤΗΣ ΤΗΣ  ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗ  ΣΠΑΡΤΗ
----------------------
-
ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Ο ΠΑΤΗΡ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΪΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
------------------------------------------------------------

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ  ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ  ΣΤΗΝ  ΑΘΗΝΑ


 Ο Περικλής αγορεύων στην Πνύκα



===================================
=======================


ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ  ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ

==========================

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ

========================== 


ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ  ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ
==========================
===========================



ΠΡΟΕΔΡΙΚΗ  ΦΡΟΥΡΑ
--------------------------------

ΠΡΟΕΔΡΙΚΗ  ΦΡΟΥΡΑ
--------------------------------------


ΠΡΟΕΔΡΙΚΗ  ΦΡΟΥΡΑ
------------------------------------------------


ΠΡΟΕΔΡΙΚΗ  ΦΡΟΥΡΑ
---------------------------------------------------


ΠΡΟΕΔΡΙΚΗ  ΦΡΟΥΡΑ
----------------------------------------------------

ΠΡΟΕΔΡΙΚΗ  ΦΡΟΥΡΑ
---------------------------------------------------

ΠΡΟΕΔΡΙΚΗ  ΦΡΟΥΡΑ
----------------------------------------------------

ΠΡΟΕΔΡΙΚΗ  ΦΡΟΥΡΑ
----------------------------------------------------

ΠΡΟΕΔΡΙΚΗ  ΦΡΟΥΡΑ

============================================
=============================================

-
------------------------------------------------------------------------------





"Ανοίξτε το παράθυρό σας στην Ελλάδα" 
www.thatisgreece.com

Κυριακή, 21 Απριλίου 2013


Αφιέρωμα του BBC στην προεδρική φρουρά, ΒΙΝΤΕΟ...!!!


Η καλύτερη προβολή για την Ελλάδα στην εποχή της κρίσης είναι το τρίλεπτο αφιέρωμα του BBC World, που αναφέρεται στην ιστορία της προεδρικής φρουράς. 

Ο ανταποκριτής του βρετανικού ειδησεογραφικού δικτύου μεταδίδει από την Αθήνα εικόνες και την ιστορία των Ευζώνων, προωθώντας με τον καλύτερο τρόπο τη χώρα μας στην έναρξη της τουριστικής περιόδου.



Η Προεδρική Φρουρά έχει ιστορία περισσότερο από έναν αιώνα. Ιδρύθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1868 ως μάχιμο και τελετουργικό ταυτόχρονα Άγημα. Σταδιακά ο ρόλος της μετατράπηκε σε αποκλειστικά τελετουργικό, γνώρισμα που μπορεί να θεωρηθεί ότι υποδηλώνεται και από τις σταδιακές της ονομασίες: Ανακτορική Φρουρά, Φρουρά Σημαίας, Φρουρά Μνημείου Αγνώστου Στρατιώτη, Βασιλική Φρουρά και τέλος Προεδρική Φρουρά, από το 1974 μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας.



Το Στρατόπεδο στο οποίο εδρεύει η Προεδρική Φρουρά παραμένει στην ίδια θέση από την αρχή της ιδρύσεώς της. Βρίσκεται κοντά στο σημερινό Προεδρικό Μέγαρο (πρώην Ανάκτορα) επί της οδού Ηρώδου Αττικού και φέρει τιμητικά το όνομα του Σουλιώτη οπλαρχηγού και ήρωα της Επανάστασης του 1821 Γεώργιου Τζαβέλλα.

Σήμερα η Προεδρική Φρουρά έχει τις ακόλουθες υποχρεώσεις: την εγκατάσταση τιμητικών φρουρών όλο το 24ωρο στο Μνημείo του Άγνωστου Στρατιώτη, στο Προεδρικό Μέγαρο και στην Πύλη

Στρατοπέδου της Προεδρικής Φρουράς

    την επίσημη έπαρση και υποστολή της σημαίας στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης
    την απόδοση τιμών στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και σε αρχηγούς Ξένων Κρατών
    την απόδοση τιμών στους πρεσβευτές ξένων κρατών κατά τη διάρκεια επίδοσης διαπιστευτηρίων στον Πρόεδρο



Συμμετοχή των Ευζώνων στους εθνικούς αγώνες

Την Ευζωνική στολή, έτσι όπως την ξέρουμε σήμερα, τη βλέπουμε, σε πίνακες της περιόδου της Τουρκοκρατίας (1453-1821), να τη φορούν οι αρματωλοί και οι κλέφτες. Ο τσολιάς, με την φουστανέλα και το τσαρούχι, γίνεται σύμβολο της Εθνεγερσίας. Μετά την Επανάσταση του 1821 η στολή του Εύζωνα καθιερώνεται επίσημα σαν Εθνική ενδυμασία όλων των οπλαρχηγών και αγωνιστών της επαναστάσεως.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τα Συντάγματα Ευζώνων αναδιοργανώθηκαν και συγκροτήθηκαν σε σύγχρονες Μονάδες Πεζικού μέσα στα πλαίσια του εκσυγχρονισμού των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας μας.

Η Ευζωνική στολή

Η στολή των Ευζώνων έχει μακρά ιστορία. Ο τύπος της αρχίζει να διαμορφώνεται από την εποχή του Ομήρου με τους “καλά-ζωσμένους” μαχητές που ονομάζοντας Εύζωνες (ευ-ζώνες) και ολοκληρώνεται κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας σε συγκεκριμένο τύπο στολής, με τη φουστανελά και το τσαρούχι. Απ’ο το 1821 και μετά η ευζωνική στολή καθιερώθηκε ως επίσημη Εθνική ενδυμασία.



Η κατασκευή της Ευζωνικής στολής δεν είναι μια απλή διαδικασία. Απαιτεί γνώσεις, πείρα εκ μέρους των κατασκευαστών, πολύ χρόνο και μεγάλο κόστος. Οι στολές είναι εξ’ ολοκλήρου χειροποίητες. Υπάρχουν δυο τύποι στολής: αυτή του αξιωματικού και εκείνη του οπλίτου και διακρίνεται σε χειμερινή και θερινή.

Τα κυρίως μέρη της ευζωνικής στολής είναι:

    ο σκούφος (φάριο), φτιαγμένο από κόκκινη τσόχα. Ο σκούφος φέρει μια μεταξωτή μαύρη φούντα.
    το πουκάμισο (υποδήτης), λευκό με μεγάλο άνοιγμα μανικιών,
    το γιλέκο (φέρμελη), με κέντημα σπάνιας χειροποίητης τεχνικής. Το κέντημα του γιλέκου, με λευκά ή επίχρυσα νήματα, έχει διάφορα σχέδια μεγάλης παραδοσιακής και λαογραφικής σημασίας.
    Η φουστανέλλα, από λευκό ύφασμα 30 μέτρων. Οι δίπλες (πιέτες) της φουστανέλας είναι 400, όσα δηλαδή και τα χρόνια της τουρκοκρατίας
    Η περισκελίδα, το μακρύ κόκκινο παντελόνι των αξιωματικών και οι μάλλινες λευκές κάλτσες των Ευζώνων
    Η ζώνη με τις φυσιγγιοθήκες της και
    Οι επικνημίδες (καλτσοδέτες), μαύρου χρώματος για τους Εύζωνες και μπλέ για τους Αξιωματικούς.



Εκτός από τα παραπάνω μέρη της στολής, που είναι κοινά στους Εύζωνες και τους αξιωματικούς, υπάρχουν ακόμη και τα τουζλούκια (περικνημίδες), τα σταβάλια (μποτάκια κόκκινα) και η σπάθα του 1821 για τους Αξιωματικούς, και ο ανάσπαστος (εσωτερική ζώνη που κρατά σταθερά τις κάλτσες στη θέση τους) και τα κρόσια (μπλέ και άσπρου χρώματος κορδόνια, δηλαδή τα Εθνικά χρώματα της Σημαίας μας) και τα παραδοσιακά τσαρούχια για τους Εύζωνες. Τα τσαρούχια είναι εξ’ ολοκλήρου χειροποίητα από σκληρό κόκκινο δέρμα και σόλα οπλισμένη με 60 καρφιά. Το ζευγάρι ζυγίζει περίπου τρία κιλά. Η μύτη του τσαρουχιού καταλήγει σε μια αιχμηρή προεξοχή που καλύπτεται από μια όμορφη, μαύρη φούντα.

Η Προεδρική Φρουρά εκτός από την Ευζωνική, τηρεί και την Κρητική στολή με την χαρακτηριστική της βράκα και το ζωσμένο στη μέση μαχαίρι. Η Κρητική στολή φοριέται τιμητικά από τους άνδρες σε ορισμένες επίσημες εθιμοτυπικές εκδηλώσεις. Με τον τρόπο αυτό στην Προεδρική Φρουρά αντιπροσωπεύονται όχι μόνο οι στεριανοί αλλά και οι νησιώτες. Έτσι η μεν Ευζωνική στολή αντιπροσωπεύει το μαχητή του Ηπειρωτικού χώρου, ενώ η Κρητική το μαχητή του Νησιωτικού Ελληνικού χώρου. Πρόσφατα στην προεδρική φρουρά έχει προστεθεί τιμητικά και η παραδοσιακή στολή του Πόντου.

Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη

Το 1925 υιοθετήθηκε και στην Ελλάδα η ιδέα ανέγερσης Μνημείου για τον Άγνωστο Στρατιώτη, ιδέα την οποία πρώτοι είχαν προτείνει και εφαρμόσει οι Γάλλοι μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Το 1926, κατόπιν σχετικού νόμου, προκηρύχθηκε Πανελλήνιος Διαγωνισμός για τη σύνταξη μελέτης για την ανέγερση του Μνημείου για τον Άγνωστο Στρατιώτη. Ως θέση ανέγερσης ορίστηκε η τοποθεσία μπροστά από την κύρια είσοδο της Βουλής, προς την Πλατεία Συντάγματος.

Στις 9 Οκτωβρίου του 1926 το Υπουργείο Στρατιωτικών με τη διαταγή υπ΄αριθμόν 219188 βράβευσε τη μελέτη του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Λαζαρίδη. Η απόφαση όμως ανέγερσης του μνημείου στη συγκεκριμένη, ανωτέρω, θέση καθυστέρησε επειδή αντιμετώπισε πλήθος αντιδράσεων και διισταμένων απόψεων. Μετά τη σύσταση νέας επιτροπής τον Ιούνιο του 1928 το Υπουργικό Συμβούλιο δέχθηκε τις προτάσεις και τον Απρίλιο του 1929 άρχισαν οι εργασίες. Το μνημείο ολοκληρώθηκε το Μάρτιο του 1932 και τα εγκαίνια έγιναν κατά την Εθνική Εορτή του ίδιου έτους. 
 

Σάββατο 20 Απριλίου 2013

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ -1913



21 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1913. Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

 


Rate This

του Σταύρου Δερματά, Αντιστρατήγου ε.α., Αποφοίτου της Ζωσιμαίας Σχολής
Οι καρτποστάλ είναι από το αρχείο του Θανάση Ζυγούρη, Προέδρου του Τμήματος Ιωαννίνων του Συλλόγου Αποφοίτων Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων.
Σ.απ.γαλ.: δεν ήταν δυνατή η εμφάνισή τους στο blog μας,μπορείτε όμως να πάτε στην πηγή και να τις δείτε.
Οι φωτογραφίες στην ανάρτηση είναι των γνωστών φωτογράφων Romaides – Zeitz.Τις είδαμε στο εξαιρετικό http://epirusgate.blogspot.gr/.
Το άρθρο έχει γραφεί πιό παλιά, αλλά δίνει μία σφαιρική εικόνα της Ιστορίας της απελευθέρωσης των Ιωαννίνων.
ΓΕΝΙΚΑ
Γιορτάζουμε φέτος την 96η επέτειο της απελευθερώσεως των Ιωαννίνων. Η επέτειος αυτή δεν είναι απλά μια τυπική εκδήλωση, μια παρέλαση και ένας πανηγυρικός. Είναι μια υποχρέωση συνειδητή απότισης του πρέποντος φόρου τιμής στους συντελεστές της ανεξαρτησίας του έθνους, είναι υποχρέωση που αποδεικνύει το ανεπτυγμένο ηθικό του λαού και την ύπαρξη αισθήματος ευγνωμοσύνης διαπαιδαγωγώντας ταυτόχρονα τους νέους στη διατήρηση της φλόγας της φυλής μας άσβεστης Δυστυχώς, πολλοί απόγονοι αυτών των ηρώων, μέσα στο γενικό και νοσηρό πλαίσιο της επιχειρούμενης παγκοσμιοποίησης και διαγραφής της ιστορικής και εθνικής μνήμης δεν τους τιμούν.
3Τολμούν δε μερικοί αδαείς και ανιστόρητοι, αυτοονομαζόμενοι προοδευτικοί, να χαρακτηρίζουν τέτοια εθνικά κατορθώματα σαν γεγονότα άνευ σημασίας. Αναρωτιούνται δε, μήπως μας διακατέχει κάποιος εθνικός ναρκισσισμός ή κάποια επαρχιώτικη αμβλυωπία όταν κάνουμε αποτίμηση ενός ιστορικού γεγονότος. Ασφαλέστερη απάντηση σε όλους αυτούς είναι τα στοιχεία της Ελληνικής και διεθνούς ιστορίας και ιστοριογραφίας. Η επέτειος της απελευθέρωσης των Ιωαννίνων, έστω και με την όποια τυποποίηση που δημιουργεί, επιβάλλει να θυμηθούμε και κυρίως να σκεφτούμε. Να σκεφτούμε τι έκαναν αυτοί πριν από μας και τι οφείλουμε να κάνουμε εμείς.
Να σκεφτούμε την ιστορία μας γιατί λαοί που δεν την θυμούνται αυτοκαταδικάζονται και αυτό ισχύει ιδιαίτερα σήμερα όταν διαπιστώνουμε ότι πολλοί “φίλοι” μας, από το εξωτερικό αλλά και από το εσωτερικό, προσπαθούν να διαγράψουν τη μνήμη μας και να κόψουν τον ομφάλιο λώρο που μας συνδέει με αυτό το ένδοξο παρελθόν. Με την ιστορία μας. Και η περίοδος των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913, αποτελεί αναμφίβολα μια από τις ευτυχέστερες στιγμές της νεότερης Ελληνικής Ιστορίας και της εθνικής μας πορείας. Το Έθνος σύσσωμο, με ενωμένη την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία και με εμπιστοσύνη στις ένοπλες δυνάμεις του, μετά την Επανάσταση του 1909, εξορμά για την υλοποίηση του ονείρου τόσων ελληνικών γενεών, αυτό της Μεγάλης Ιδέας.
Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΥΠΟΔΟΥΛΗ ΗΠΕΙΡΟ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Μετά το Συνέδριο του Βερολίνου το 1878, όπου τα σύνορα της Ελλάδος καθορίσθηκαν στον Άραχθο, η Τουρκική Κυβέρνηση και ο τουρκικός πληθυσμός της Ηπείρου αντιλαμβανόμενοι αυξημένο τον κίνδυνο της απώλειας της Ηπείρου έλαβαν πιεστικά μέτρα κατά των Ηπειρωτών. Ίσχυσε ο Στρατιωτικός νόμος και τα στρατοδικεία, αυξήθηκε ο στρατός, η Χωροφυλακή και οι έλεγχοι, απαγορεύτηκε η κυκλοφορία Ελληνικών εντύπων καθώς και η κατοχή βιβλίων που είχαν σχέση με την ιστορία και το Έθνος. Επιδιώχθηκε δηλαδή να σβηστεί κάθε εθνικός παλμός από την ψυχή των Ηπειρωτών. Δυστυχώς το ελεύθερο τότε Ελληνικό κράτος λόγω των εσωτερικών προβλημάτων και της παντελούς έλλειψης πολεμικής προπαρασκευής συντελούσε στην απογοήτευση των υποδούλων.
7Παράλληλα στην Ήπειρο είχε εισβάλει η Ρουμανική, Αλβανική και Ιταλική προπαγάνδα που ήταν σε πλήρη συνεργασία με τους Τούρκους. Όμως οι Ηπειρώτες δεν έμειναν αδρανείς. Τήρησαν στάση εθνικότατη χωρίς βέβαια να λείψουν και ορισμένα άτομα που έγιναν καταδότες και πράκτορες των Τούρκων. Και ενώ τα μελανά σύννεφα συνεχώς πύκνωναν στην Ήπειρο, επίλεκτοι Ηπειρώτες που ζούσαν στην Ελεύθερη Ελλάδα ανέλαβαν δράση.
Στις 25 Μαρτίου 1906 ιδρύεται από τον Υπομοίραρχο Σπυρομήλιο και με τη συνεργασία εξεχόντων Ηπειρωτών, οι περισσότεροι των οποίων ήταν Αξιωματικοί, η Ηπειρωτική Εταιρία που είναι γνωστή σαν Ηπειρωτικό Κομιτάτο και η οποία συγκροτεί τις Διευθύνσεις Αργυροκάστρου, Πρεβέζης και Ιωαννίνων. Σημαντικότερη δράση παρουσίασε η Α΄ Διεύθυνση Ιωαννίνων.
Η Εταιρία εκτός των πληροφοριών με τις οποίες ενημέρωνε το ελεύθερο κράτος μέσω του Ελληνικού Προξενείου των Ιωαννίνων, άρχισε να μυεί και να οργανώνει ομάδες σε όλη την Ήπειρο τις οποίες εξόπλιζε μυστικά κυρίως μέσω της λίμνης Παμβώτιδος.
Ο οπλισμός που διακινήθηκε προς τις ομάδες αυτές ανήλθε σε περίπου 2.500 όπλα. Το 1906 τοποθετείται ως γραμματέας στο Ελληνικό Προξενείο Ιωαννίνων ο Υπολοχαγός Κωνσταντίνος Τσιριγώτης με αποστολή τη συλλογή πληροφοριών. Ο Τσιριγώτης, με κωδικό όνομα Άραχθος, ανέλαβε τη Διεύθυνση της Ηπειρωτικής Εταιρίας των Ιωαννίνων και μέχρι το 1908 που αποχώρησε, ανέπτυξε μεγάλη δράση και προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες οργανώσας ένοπλες ομάδες συνολικού αριθμού 500 ατόμων. Δυστυχώς ο ήρωας έπεσε, όπως και ο Βελισάριος, στα στενά της Κρέσνας στην Ανατολική Ρωμυλία αγωνιζόμενος εναντίον των Βουλγάρων το 1913. Σημαντικό έργο προσέφερε ο Πρόξενος Ιωαννίνων Άγγελος Φορέστης ο οποίος ανέλαβε τη Διεύθυνση το τέλος του 1909.
6Η μετάδοση των πληροφοριών γινόταν με μυστικό κρυπτογραφικό κώδικα η δε μεταφορά της αλληλογραφίας γινόταν με ειδικούς ταχυδρόμους, με χωρικούς βοσκούς και αγωγιάτες ή με τους αμαξάδες που μετέφεραν την αλληλογραφία σε ειδικές κρύπτες. Η συμβολή της Ηπειρωτικής Εταιρίας από το 1906 μέχρι την κήρυξη του πολέμου τον Οκτώβριο 1912 μπορεί να συνοψιστεί σε δυο βασικές ενέργειες: Στη στρατολόγηση πλέον των 3.200 ενόπλων μελών εντεταγμένων σε 60 εθελοντικές ομάδες και ανταρτικά σώματα σε όλη την κατεχόμενη Ήπειρο οι οποίες ενήργησαν επιθετικές επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων Αλβανών και Τσάμηδων στη Πρέβεζα, Καναλάκι, Γλυκύ, Γαρδίκι, Παραμυθιά, Μανωλιάσα, Χειμάρα και Πρεμετή και στην καθημερινή ενημέρωση του Γενικού Στρατηγείου με εκθέσεις και αναφορές για τη διάταξη και δύναμη του Τουρκικού στρατού στη Ήπειρο.
Τις πληροφορίες για την τουρκική διάταξη έδιναν κυρίως Μικρασιάτες Έλληνες που υπηρετούσαν στα πυροβολεία Μπιζανίου και ιδιαίτερα ο Μικρασιάτης Νικολάκης εφέντης αξιωματικός του Βεχήπ μπέη ο οποίος σχεδίασε και παρέδωσε το χάρτη των οχυρών με τις ακριβείς θέσεις των πυροβολείων. Δυστυχώς, ύστερα από τη άλωση του Μπιζανίου, η δράση του έγινε γνωστή στους Τούρκους και μετά από φρικτά βασανιστήρια, εκτελέστηκε μαζί με την οικογένεια του από τους Τούρκους μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών.
Σε όλες αυτές τις ενέργειες συμμετείχε ενεργά ο κλήρος. Μεγάλος αριθμός κληρικών ήταν μέλη της Ηπειρωτικής Εταιρίας. Οι ναοί και τα μοναστήρια, μετατράπηκαν σε αποθήκες οπλισμού και κρυψώνες για τους διωκομένους.
Το 1908 συγκροτήθηκε το ένοπλο Σώμα Πουτέτση το οποίο εκτός των άλλων ενεργειών εκτελούσε τα άτομα που είχαν δείξει προδοτική διαγωγή. Εκτός του Σώματος Πουτέτση συγκροτήθηκαν και άλλες ομάδες όχι μόνο ανδρών αλλά και γυναικών όπως αυτό της Ναστούλη.
ΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
5Το 1908, η Επανάσταση των Νεοτούρκων προκάλεσε την ανατροπή του Σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ και την πρόσκαιρη επιβολή φιλελευθέρου συντάγματος. Οι Χριστιανικοί λαοί της Βαλκανικής ενώ πίστεψαν ότι θα ζήσουν υπό πιο φιλελεύθερο καθεστώς διαψεύστηκαν γιατί αντ΄ αυτού αντιμετώπισαν πιο αυστηρό καθεστώς και συνεχείς διώξεις. Η Επανάσταση στο Γουδί το 1909, αν και αντισυνταγματική ενέργεια του στρατού στην πολιτική ζωή, είχε θετικά αποτελέσματα γιατί υπό την ηγεσία του Ελευθερίου. Βενιζέλου πραγματοποιήθηκε η αναδιοργάνωση του στρατού και ο εξοπλισμός του. Ο Ιταλοτουρκικός πόλεμος του 1911 που κατέληξε με ήττα της Τουρκίας, κατέδειξε την αδυναμία της Τουρκίας να υπερασπιστεί τα εδάφη της και ενεθάρρυνε την προσέγγιση των χωρών της Βαλκανικής για την αναμέτρησή τους με την Τουρκία. Τα υπόδουλα χριστιανικά Βαλκανικά κράτη, διαβλέποντας το θανάσιμο κίνδυνο των εθνικών τους βλέψεων, αποφάσισαν να παραμερίσουν τις διαφορές τους και να συνενωθούν σε κοινό αγώνα.
Την 30η Σεπτεμβρίου 1912 επέδωσαν διακοίνωση προς την Τουρκία προκειμένου να εξασφαλιστούν τα ανθρώπινα δικαιώματα των υποδούλων χριστιανών. Η Τουρκία, οποία είχε ήδη κηρύξει γενική επιστράτευση από την 16η Σεπτεμβρίου, την απέρριψε. Τα Βαλκανικά κράτη παρά την αρνητική θέση των λοιπών Ευρωπαϊκών δυνάμεων την 5η Οκτ. 1912 κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον της Τουρκίας. Οι βαλκανικές σύμμαχες χώρες δεν είχαν εκπονήσει κοινό σχέδιο επιχειρήσεων. Απλώς ενεργούσαν ταυτόχρονα και από διαφορετικές περιοχές εναντίον κοινού εχθρού. Έτσι, οι Βούλγαροι επιτέθηκαν προς Ανατ. Θράκη, οι Σέρβοι και Μαυροβούνιοι προς τα Σκόπια και το Μοναστήρι και οι Έλληνες προς τη Μακεδονία και την Ήπειρο. Την ευκαιρία αυτή εκμεταλλεύτηκε ο ικανότερος από τα Αλβανικά ηγετικά στελέχη ο Ισμαήλ Κεμάλ Βλιώρα, άτομο με ευρεία μόρφωση ο οποίος μιλούσε και έγραφε την ελληνική γλώσσα σαν μητρική, γιατί είχε σπουδάσει στη Ζωσιμαία Σχολή Ιωαννίνων, και ανακήρυξε στην Αυλώνα την Αλβανική Αυτονομία.
ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ
9Με την έναρξη των επιχειρήσεων η Τουρκία διέθετε 48 μεραρχίες πεζικού και 2 μεραρχίες ιππικού, συνολικής δύναμης 340.000 πεζών, 6.000 ιππέων, 850 πυροβόλων μάχης και 750 τοπομαχικών. Στον τουρκικό στρατό ήταν ενταγμένος μεγάλος αριθμός Αλβανών-Τουρκαλβανών. Πρέπει να τονιστεί ότι οι Τούρκοι με τη βοήθεια Γερμανών ειδικών ιδίως του Φον ντε Γκόλτς είχαν κατασκευάσει εκτεταμένες και ισχυρότατες οχυρώσεις στις περιοχές Σαρανταπόρου, Μπιζανίου και αλλού.
Η Ελλάδα διέθετε στη ξηρά 8 μεραρχίες πεζικού και 1 ταξιαρχία ιππικού συνολικής δυνάμεως 130.000 περίπου ανδρών, 180 πυροβόλα και 72 τοπομαχικά. Στη θάλασσα ήταν ο Στόλος Αιγαίου με 22 πολεμικά πλοία , 1 υποβρύχιο και ο Στόλος του Ιονίου με 3 κανονιοφόρους, 2 ατμοβάρηδες και 4 ατμομυοδρόμωνες. Επίσης η Ελληνική Αεροπορία διέθετε επτά αεροπλάνα Farman. Ο Στόλος του Αιγαίου θα απαγόρευε στον τουρκικό στόλο να χρησιμοποιήσει το Αιγαίο και με αποσπάσματα στρατού θα απελευθέρωνε τα νησιά.
Οι Ελληνικές δυνάμεις είχαν προσανατολιστεί προς Θεσσαλία και Ήπειρο και είχε οργανωθεί αντίστοιχα η Στρατιά Θεσσαλίας η οποία περιλάμβανε 7 μεραρχίες, με ανάλογο πυροβολικό, ιππικό, μηχανικό. και άλλες υπηρεσίες με Αρχιστράτηγο τον τότε Διάδοχο Κωνσταντίνο με αποστολή προελάσεως και επιθέσεως προς Μακεδονία και ο Στρατός Ηπείρου με 10.500 άνδρες, δηλαδή, μια μεραρχία η οποία ονομάστηκε στις 12 Δεκ. 1912 σε VΙΙΙη, με Διοικητή τον Αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Σαπουντζάκη και αποστολή όχι τη διεξαγωγή επιθετικών επιχειρήσεων αλλά την παρακώλυση παραβιάσεως της μεθορίου μεταξύ Μετσόβου, Άρτας και Αμβρακικού δηλαδή αμυντική.
ΕΘΕΛΟΝΤΕΣ
8Με την κήρυξη του πολέμου παρουσιάζεται ένα νέο ρεύμα εθελοντισμού, πολύ πιο έντονο αυτού του Μακεδονικού αγώνος, τόσο από το εσωτερικό της ελεύθερης και υπόδουλης Ελλάδος όσο και από το εξωτερικό. Αυτά τα εθελοντικά σώματα αναφέρονται σε πολλά ιστορικά κείμενα σαν πρόσκοποι αλλά ήταν στρατιωτικά τμήματα, άλλα εκπαιδευμένα και άλλα όχι, με αρχηγό και αξιωματικούς, οπλισμό, οργάνωση και αποστολή και σε πλήρη συνεργασία με το Στρατό. Δεν είναι βέβαια δυνατόν να ισχυριστεί κάποιος ότι τα εθελοντικά σώματα απελευθέρωσαν την Ελλάδα όμως βοήθησαν σημαντικά στο μεγάλο αυτό επίτευγμα.
Τα εθελοντικά σώματα που έδρασαν στην περιοχή της Ηπείρου ήταν το μικτό απόσπασμα Ηπείρου του υπολοχαγού Δημητρίου Μπότσαρη και δύναμη 500 Σουλιωτών και τα Σώματα Κρητών Οπλαρχηγών που έδρασαν στην περιοχή του Σουλίου για τον έλεγχο της μοναδικής ατραπού από Τσερίτσανα προς Δύο Βουνά Ολύτσικας και Δωδώνη, το απόσπασμα του Σπυρομίλιου στη Χειμάρα, τα σώματα του Συνταγματάρχη Κόρακα και η Φάλαγγα Μετσόβου στη πλευρά του Μετσόβου και Ζυγού, το σώμα των Ελλήνων Ερυθροχιτώνων γνωστών ως Γαριβαλδινών του γέροντα Ριτσιώτη Γαριβάλδη που ήλθε από την Ιταλία, σ΄ αυτό κατατάσσεται με 70 Κερκυραίους εθελοντές και ο ευγενής Κερκυραίος βουλευτής και ποιητής Λορέντζος Μαβίλης ο οποίος ξεψυχώντας μετά τον θανάσιμο τραυματισμό του στο Δρίσκο στις 23 Νοεμβρίου 1912 είπε την αθάνατη φράση “Δεν ήλπιζα τέτοια τιμή, να δώσω τη ζωή μου για την Ελλάδα”, οι Κρήτες εθελοντές. σε 77 σώματα δυνάμεως 3.500 ανδρών με αρχηγούς τους Γύπαρη, Ηππίτη, Κυριάκο Μητσοτάκη, Δεληγιαννάκη, Μακρή, Σκουλά, Μάνο και άλλους, έτεροι 3.500 Κρήτες συγκρότησαν το Ανεξάρτητο Σύνταγμα Κρητών υπό τον Αντισυνταγματάρχη Συνανιώτη, (σε κρήτες παραδόθηκε το Μπιζάνι και από Κρήτες του Συνανιώτη ακούστηκε πρώτη φορά η ιαχή ΑΕΡΑ), τον Οκτώβριο του 1912 έφθασε στην Πρέβεζα ο Ιερός Λόχος Κρητών Φοιτητών με 240 φοιτητές οι οποίοι εντάχθηκαν στο Στρατό Ηπείρου, (από αυτούς τους 240 αμούστακους ήρωες οι 160 έπεσαν νεκροί κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων) και Λόχος Κρητών δασκάλων εντάχθηκε στο Σύνταγμα του Ηπίτη.
11Στο άκουσμα του πολέμου, 225 παλικάρια που ήταν εγκατεστημένα στην Αμερική συγκρότησαν τον Ιερό Λόχο Φιλαδέλφειας, γνωστό σαν Λόχο των Αμερικάνων. Τα εγκατέλειψαν όλα προκειμένου να προσφέρουν στην Πατρίδα. Με την οικονομική συνδρομή των εκεί Ηπειρωτών μίσθωσαν επιβατικό πλοίο, αγόρασαν 4 πεδινά κανόνια και οπλισμό και το Νοέμβριο 1912 εντάχθηκαν στο Ανεξάρτητο Σύνταγμα Κρητών του Συνανιώτη. Οι μισοί σκοτώθηκαν στην Αετοράχη. Από το προσκλητήριο δεν απουσίασε η Κύπρος. Σχεδόν 2.000 Κύπριοι εθελοντές προσήλθαν και πολέμησαν στα διάφορα μέτωπα της Μακεδονίας και της Ηπείρου το 1912. Ανάμεσα στους Κύπριους αγωνιστές περιλαμβάνονται και πολλά σημαίνοντα πρόσωπα της κυπριακής κοινωνίας, όπως οι τότε αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο μητροπολίτης Μελέτιος και ο δήμαρχος Λεμεσού Χριστόδουλος Σώζος, ο οποίος σκοτώθηκε στον Προφήτη Ηλία Μανωλιάσας τον Δεκέμβριο 1912. Θα πρέπει να αναφερθεί και η συνδρομή των κατοίκων της Ηπείρου, ιδιαίτερα της Λάκκας Σουλίου, στα σώματα αυτά οι οποίοι ανέλαβαν το δύσκολο έργο της Διοικητικής μέριμνας ήτοι εξεύρεσης τροφίμων, παρασκευής φαγητού και περιποίησης των τραυματιών. Το έργο τους ήταν πολύ δύσκολο. Τα μέσα πρωτόγονα και τα αγαθά λιγοστά.
ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΜΕΧΡΙ 18 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1913
12Στρατιά Θεσσαλίας
Πρωινές ώρες της 5ης Οκτ. 1912 ο Στρατός Θεσσαλίας πέρασε την οροθετική γραμμή και, με μια θυελλώδη προέλαση, παρά την ισχυρή τουρκική αντίδραση, στις 7 και 8 Οκτωβρίου απελευθέρωσε την Ελασσόνα και τη Δεσκάτη. Την επομένη διέσπασε την οχυρωμένη περιοχή του Σαρανταπόρου. Στις 11 Οκτωβρίου απελευθέρωσε την Κοζάνη και στις 16 κατέλαβε τη Βέροια. Στις 19 και 20 έδωσε τη νικηφόρο Μάχη των Γιαννιτσών και τις 24 Οκτωβρίου διέβη τον Αξιό και αναπτύχθηκε για να επιτεθεί και να απελευθερώσει τη Θεσσαλονίκη. Η κύκλωση των τουρκικών δυνάμεων γινόταν όλο και πιο ασφυκτική και ο Στρατηγός Χασάν Ταχσίν Πασάς, αντιλαμβανόμενος το μάταιο του αγώνα, αποδέχθηκε τους ελληνικούς όρους και στις 26 Οκτωβρίου 1912 ώρα 19.00, υπέγραψε το Πρωτόκολλο της παράδοσης της Θεσσαλονίκης. στο χωριό Γέφυρα στη βίλα Τοψίν. Συνολικά παραδόθηκαν 1.000 αξιωματικοί και 25.000 οπλίτες, ενώ άφθονο πολεμικό υλικό περιήλθε στον Ελληνικό Στρατό. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης η Ελληνική Στρατιά στράφηκε προς τη Δυτική Μακεδονία και Βόρειο Ήπειρο. Στις 7 Νοεμβρίου απελευθέρωσε τη Φλώρινα, στις 7 Δεκεμβρίου την Κορυτσά.
Στρατός Ηπείρου
13Ο Στρατός στην Ήπειρο, παρά τις περιορισμένες δυνάμεις και δυνατότητες αλλά και της αποστολής του που ήταν αμυντική, εξόρμησε. στις 5 Οκτωβρίου 1912 από την περιοχή της Άρτας και στις 12 Οκτωβρίου απελευθέρωσε την Πρέβεζα και τη Φιλιππιάδα. Στις 26 Οκτωβρίου κατέλαβε τα Πέντε Πηγάδια και τα Πεστά και ανάγκασε τους Τούρκους να συγκεντρωθούν στην ισχυρή οχυρωμένη τοποθεσία του Μπιζανίου. Στις 10 Νοεμβρίου μικτή φάλαγγα με τους Γαριβαλδινούς απελευθέρωσε το Μέτσοβο.
Περί το τέλος Νοεμβρίου ο Στρατός Ηπείρου ενισχύθηκε με τις δυνάμεις της 2ας Μεραρχίας από τη Μακεδονία. Διαδοχικές προσπάθειες στις αρχές Δεκεμβρίου 1912 για την κατάληψή του Μπιζανίου, δεν απέδωσαν. Τέλη Δεκεμβρίου άλλες δύο μεραρχίες αφικνούνται στην Ήπειρο. Νέες επιθέσεις κατά της τοποθεσίας Μπιζανίου 7 και 11 Ιανουαρίου 1913 απέτυχαν. Οι συνθήκες του αγώνος ήταν δυσχερέστατες λόγω της ελλιπέστατης διοικητικής μέριμνας, της έλλειψης συγκοινωνιών αλλά των δυσμενέστατων καιρικών συνθηκών (-15 υπό το μηδέν) οι οποίες δεν επέτρεπαν τη διεξαγωγή επιχειρήσεων. Το ηθικό των μαχητών λόγω των συνεχών αποτυχιών και των δυσχερειών μειωνόταν σε επικίνδυνο βαθμό.
Στις 15 Ιανουαρίου 1913 ανέλαβε τη διοίκηση του Στρατού ο Αρχιστράτηγος Διάδοχος Κωνσταντίνος ο οποίος εγκαταστάθηκε με το Στρατηγείο του στο Χάνι Εμίν Αγά. Οι πρώτες διαταγές και ενέργειες του Αρχιστρατήγου ηλέκτρισαν και αναπτέρωσαν το ηθικό των μαχητών και η πίστη στη Μεγάλη Ιδέα ξαναγεννήθηκε. Ο Κωνσταντίνος έστειλε επιστολή στο Διοικητή των Ιωαννίνων Εσσάτ, συμμαθητή του στην Ακαδημία Πολέμου στο Βερολίνο, καλώντας τον να παραδοθεί προκειμένου να αποφευχθεί άσκοπη αιματοχυσία μια και η τύχη των Ιωαννίνων ήταν προδικασμένη. Ο Εσσάτ του απαντά “έχω διαταγή όσον δύναμαι να αμυνθώ και θα αμυνθώ”. Ο Αρχιστράτηγος αφού μελέτησε τα αρνητικά αποτελέσματα των κατά μέτωπο επιθέσεων κατά του Μπιζανίου έκρινε ότι το έδαφος αριστερά προς την πλευρά της Ολύτσικας ήταν πιο πρόσφορο από ότι δεξιά της Καστρίτσας και αποφάσισε όπως η κυρία προσπάθεια έπρεπε να εφαρμοστεί αριστερά.
15Προκειμένου να παραπλανήσει την τουρκική διοίκηση διέταξε την εμφανή, κατά τη διάρκεια της ημέρας, μετακίνηση δυνάμεων προς τα δεξιά του τις οποίες με κάθε μυστικότητα επανέφερε το βράδυ στις θέσεις του. Ταυτόχρονα έγιναν μετακινήσεις των τμημάτων στην πλευρά του Δρίσκου και διασπορά παραπλανητικών πληροφοριών περί συγκεντρώσεως 24.000 ανδρών στο Μέτσοβο. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να παραπλανηθούν οι Τούρκοι και να αφαιρέσουν δυνάμεις από την περιοχή Ολύτσικας προς ενίσχυση της περιοχής Καστρίτσας. Τα ελάχιστα αεροπλάνα της Ελληνικής αεροπορίας καθημερινά έκαναν αναγνωρίσεις των οχυρών και των κινήσεων του εχθρού και βομβάρδιζαν εχθρικούς στόχους. Πολλές φορές έριχναν τρόφιμα και εφημερίδες στους κατοίκους των Ιωαννίνων εγκαινιάζοντας έτσι ένα νέο είδος ενεργείας από αέρος.

ΤΕΛΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ 20 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1913
Τουρκικές δυνάμεις
Ο τουρκικός στρατός της φρουράς Ιωαννίνων συνεχώς ενισχύονταν από δυνάμεις που υποχωρούσαν από την περιοχή της Βορείου Ηπείρου, Μοναστηρίου και Δυτικής Μακεδονίας. Η δύναμη του στρατού ανέρχονταν σε 1.000 περίπου αξιωματικούς και 30.000 στρατιώτες. Διοικητής ήταν ο Εσσάτ πασάς ο οποίος κατά μαρτυρίες καταγόταν από εξισλαμισθέντα πρόγονο της χριστιανικής οικογένειας των Γλυκήδων. Ήταν μια προσωπικότητα με πολλές αρετές. Στενός συνεργάτης και Επιτελάρχης του ήταν ο αδελφός του Βεχήπ μπέης. Και οι δυο ήταν ελληνομαθέστατοι απόφοιτοι και οι δυο της Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων και απόφοιτοι της Ακαδημίας Πολέμου του Βερολίνου.
Όλο το υψίπεδο Ιωαννίνων καλύπτετο από τα πυρά 112 πυροβόλων καταλλήλως ανεπτυγμένων το μεγαλύτερο μέρος επί του Μπιζανίου μια “φύσει” και “θέσει” ισχυρή αμυντική τοποθεσία. Διάφορα έργα όπως πολυβολεία, ορύγματα, συρματοπλέγματα κλπ συμπλήρωναν την αμυντική ισχύ της τοποθεσίας. Τέλος είχε αναπτυχθεί πυκνό τηλεφωνικό δίκτυο για την εξασφάλιση των επικοινωνιών. Το βάρος της οχύρωσης είχε δοθεί στο νότιο τομέα για την απαγόρευση του άξονα Άρτα-Ιωάννινα.
18Ελληνικές Δυνάμεις
Την 18η Φεβρουαρίου 1913 η συνολική δύναμη της Στρατιάς Ηπείρου ανήρχετο σε 762 αξιωματικούς, 40.000 οπλίτες και 93 πυροβόλα και η διάταξη είχε ως ακολούθως. Στο αριστερό υπό τον Στρατηγό Μοσχόπουλο συγκροτήθηκαν τρεις φάλλαγες δυνάμεως 20.000 ανδρών και 26 πυροβόλων. Η 1η φάλαγγα υπό τον Σχη Αντωνιάδη θα ενεργούσε στην περιοχή μεταξύ των υψωμάτων Αυγό και Μανωλιάσα, η 2α υπο τον Σχη Γιαννακίτσα στη στενωπό της Μανωλιάσας και η 3η υπό την Σχη Δελαγραμμάτικα Ν.Δ. της Ολύτσικας στο χωριό Τσερίτσανα προς Μεγάλη Τσούκα. Στο κέντρο 4 Τάγματα υπό τον Καλλάρη και στο Δεξιό 15 τάγματα υπό τον Σαπουτζάκη επί της Αετοράχης. Η 3η φάλαγγα είχε ήδη εγκατασταθεί ΝΔ της Ολύτσικας στο χωριό Τσερίτσανα όπου και διανυκτέρευσε. Υπήρχε όμως ένα σοβαρό πρόβλημα στην κίνηση της 2ας φάλαγγας και συγκεκριμένα τα τουρκικά πυροβόλα στην περιοχή της Μανωλιάσας.
Τότε αποφασίστηκε να τοποθετηθεί πυροβολικό στη θέση Δύο Βουνά της Ολύτσικας, προκειμένου να πληγούν από εκεί οι οχυρές τουρκικές θέσεις της Μανωλιάσας και της Μεγάλης Ράχης. Και οι γυναίκες των Τσεριτσάνων προσέτρεξαν και εκείνες οι Σουλιώτισσες όχι μόνο επισκεύασαν το μονοπάτι μέχρι τα Δυο Βουνά, αλλά σήκωσαν στην πλάτη τους πυροβόλα και πυρομαχικά και τ’ ανέβασαν μέχρι την κορυφή και έκαναν συνεχείς διαδρομές Τσερίτσανα-Δύο Βουνά και αντιστρόφως, προκειμένου να μη σταματήσουν τα πυροβόλα να ρίχνουν. Με τις επιτυχείς βολές αυτών των πυροβόλων εξουδετερώθηκαν τα τουρκικά πυροβολεία της Μεγάλης Ράχης και μπόρεσε την επομένη, 20 Φεβρουαρίου, να κινηθεί στη στενωπό της Μανωλιάσας η 2α φάλαγγα χωρίς να πλαγιοβάλεται.
16Η γενική επίθεση άρχισε τα χαράματα της 20ης Φεβρουαρίου 1913 μετά από έντονη προπαρασκευή πυροβολικού. Η 3η Φάλαγγα επιτέθηκε αιφνιδιαστικά σε τρεις κατευθύνσεις και κατέλαβε μέχρι το μεσημέρι τα υψώματα Μεγάλης Τσούκας, και την Κοσμηρά συλλαμβάνοντας πολλούς αιχμαλώτους και πολεμικό υλικό. Η 2α φάλαγγα με το 8ο και 9ο Τάγμα Ευζώνων με Διοικητές τους Ταγματάρχες Ιατρίδη και Βελισάριο έχοντας εξασφαλισμένο το δεξιό τους κατέλαβαν την Πεδινή και συνέχισε συνέχισαν ακάθεκτα προς Ιωάννινα. Ο Διοικητής της Φάλαγγας Γιαννακίτσας διαπιστώσας ότι εκπληρώθηκε η αποστολή του διέταξε να επιστρέψουν τα τάγματα ευζώνων στην Πεδινή. Ευτυχώς οι αγγελιαφόροι του δεν μπόρεσαν να επιδώσουν τη διαταγή και έτσι οι εύζωνοι συνέχισαν την προέλασή τους. Την 18η ώρα έφθασαν στον Άγιο Ιωάννη, σε μικρή απόσταση από τα Ιωάννινα. Απέκοψαν τις τηλεφωνικές γραμμές και διέκοψαν την επικοινωνία με το Μπιζάνι. Κατά τη διάρκεια της νύχτας συνέλαβαν περίπου 1.000 αιχμαλώτους που υποχωρούσαν προς τα Ιωάννινα. Η 1η φάλαγγα κατόρθωσε με τη λόγχη να καταλάβει τη Μεγάλη Ράχη και τον προφήτη Ηλία. Στο κέντρο και το δεξιό της διατάξεως οι μονάδες προωθήθηκαν 600 μέτρα εντός της τουρκικής διατάξεως. Η τολμηρή διείσδυση των Ευζώνων και η διακοπή κάθε επαφής με τα οχυρά Μπιζανίου ανάγκασε τον Εσσάτ πασά να παραδοθεί. Για να αποφύγει την παραπέρα καταστροφή των δυνάμεών του απευθύνθηκε στους Προξένους της Ρωσίας, Ρουμανίας, Γαλλίας και Αυστροουγγαρίας να μεσολαβήσουν για την παράδοση. Στις 23.00 της 20ης Φεβρουαρίου έφθασε στις προφυλακές του 9ου Τάγματος Ευζώνων άμαξα με δυο Τούρκους αξιωματικούς και τον επίσκοπο Δωδώνης Γερβάσιο με επιστολή των Προξένων για την παράδοση της πόλεως και την κατάπαυση των εχθροπραξιών. Στις 04.30 της 21 Φεβρουαρίου 1913 ολοκληρώθηκε η συμφωνία για την παράδοση των Ιωαννίνων και της φρουράς του με όλο τον οπλισμό.
Ξημέρωσε η 21η Φεβρουαρίου 1913. Τα Ιωάννινα λούστηκαν στο λαμπερό φως του ήλιου.
17Ο ουρανός και οι δρόμοι γέμισαν από πεταμένα μισοφέγγαρα και φέσια. Η Γαλανόλευκος κυμάτιζε στο κάστρο περήφανη. Χιλιάδες γαλανόλευκες, σύμβολα ιερά που κεντήθηκαν με δάκρυα και θυσίες πέντε αιώνων, που παραδίδονταν ιερή κληρονομιά από γιαγιά σε εγγόνια, κυμάτιζαν παντού. Ο Ελληνικός Στρατός εισήλθε στα Ιωάννινα κάτω από χειροκροτήματα και ζητωκραυγές και ο Γιαννιώτης Ανθυπίλαρχος Χρίστος Αδαμίδης πετώντας γεμάτος ενθουσιασμό πάνω από τη γενέτειρά του, προσγείωσε το αεροπλάνο του στην Πλατεία του.
Η γενική επίθεση άρχισε τα χαράματα της 20ης Φεβρουαρίου 1913 μετά από έντονη προπαρασκευή πυροβολικού. Η 3η Φάλαγγα επιτέθηκε αιφνιδιαστικά σε τρεις κατευθύνσεις και κατέλαβε μέχρι το μεσημέρι τα υψώματα Μεγάλης Τσούκας, και την Κοσμηρά συλλαμβάνοντας πολλούς αιχμαλώτους και πολεμικό υλικό. Η 2α φάλαγγα με το 8ο και 9ο Τάγμα Ευζώνων με Διοικητές τους Ταγματάρχες Ιατρίδη και Βελισάριο έχοντας εξασφαλισμένο το δεξιό τους κατέλαβαν την Πεδινή και συνέχισε συνέχισαν ακάθεκτα προς Ιωάννινα. Ο Διοικητής της Φάλαγγας Γιαννακίτσας διαπιστώσας ότι εκπληρώθηκε η αποστολή του διέταξε να επιστρέψουν τα τάγματα ευζώνων στην Πεδινή. Ευτυχώς οι αγγελιαφόροι του δεν μπόρεσαν να επιδώσουν τη διαταγή και έτσι οι εύζωνοι συνέχισαν την προέλασή τους.
Την 18η ώρα έφθασαν στον Άγιο Ιωάννη, σε μικρή απόσταση από τα Ιωάννινα. Απέκοψαν τις τηλεφωνικές γραμμές και διέκοψαν την επικοινωνία με το Μπιζάνι. Κατά τη διάρκεια της νύχτας συνέλαβαν περίπου 1.000 αιχμαλώτους που υποχωρούσαν προς τα Ιωάννινα. Η 1η φάλαγγα κατόρθωσε με τη λόγχη να καταλάβει τη Μεγάλη Ράχη και τον προφήτη Ηλία. Στο κέντρο και το δεξιό της διατάξεως οι μονάδες προωθήθηκαν 600 μέτρα εντός της τουρκικής διατάξεως. Η τολμηρή διείσδυση των Ευζώνων και η διακοπή κάθε επαφής με τα οχυρά Μπιζανίου ανάγκασε τον Εσσάτ πασά να παραδοθεί. Για να αποφύγει την παραπέρα καταστροφή των δυνάμεών του απευθύνθηκε στους Προξένους της Ρωσίας, Ρουμανίας, Γαλλίας και Αυστροουγγαρίας να μεσολαβήσουν για την παράδοση. Στις 23.00 της 20ης Φεβρουαρίου έφθασε στις προφυλακές του 9ου Τάγματος Ευζώνων άμαξα με δυο Τούρκους αξιωματικούς και τον επίσκοπο Δωδώνης Γερβάσιο με επιστολή των Προξένων για την παράδοση της πόλεως και την κατάπαυση των εχθροπραξιών. Στις 04.30 της 21 Φεβρουαρίου 1913 ολοκληρώθηκε η συμφωνία για την παράδοση των Ιωαννίνων και της φρουράς του με όλο τον οπλισμό.
19Ξημέρωσε η 21η Φεβρουαρίου 1913. Τα Ιωάννινα λούστηκαν στο λαμπερό φως του ήλιου. Ο ουρανός και οι δρόμοι γέμισαν από πεταμένα μισοφέγγαρα και φέσια. Η Γαλανόλευκος κυμάτιζε στο κάστρο περήφανη. Χιλιάδες γαλανόλευκες, σύμβολα ιερά που κεντήθηκαν με δάκρυα και θυσίες πέντε αιώνων, που παραδίδονταν ιερή κληρονομιά από γιαγιά σε εγγόνια, κυμάτιζαν παντού. Ο Ελληνικός Στρατός εισήλθε στα Ιωάννινα κάτω από χειροκροτήματα και ζητωκραυγές και ο Γιαννιώτης Ανθυπίλαρχος Χρίστος Αδαμίδης πετώντας γεμάτος ενθουσιασμό πάνω από τη γενέτειρά του, προσγείωσε το αεροπλάνο του στην Πλατεία του Διοικητηρίου στα σημερινά Λιθαρίτσια.
Ο Αρχιστράτηγος εισήλθε επίσημα στην πόλη στις 22 Φεβρουαρίου, όπου επακολούθησε δοξολογία στο μητροπολιτικό ναό μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα. Η είδηση απελευθέρωσης των Ιωαννίνων έγινε δεκτή με άκρατο ενθουσιασμό από τον ελληνικό λαό. Απέσπασε ευμενέστατα σχόλια από τον ευρωπαϊκό τύπο και ταυτόχρονα αναπτέρωσε το φρόνημα και το γόητρο του Ελληνικού Στρατού. Οι απώλειες των δυνάμεων που ανέλαβαν την κυρία επίθεση στις 20 Φεβρουαρίου, ανήλθαν σε 5 αξιωματικούς και 259 οπλίτες..

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ

1913AΟι παράγοντες που οδήγησαν για μια ακόμη φορά το Έθνος στα ένδοξα πεπρωμένα του συνοψίζονται :
- Στην ενότητα και ομοψυχία στρατού, λαού, πολιτειακής, πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας
- Στη μεγαλόπνοη πολιτικο-διπλωματική διορατικότητα και στη σωστή σχεδίαση, προετοιμασία και εκτέλεση των επιχειρήσεων από τον τότε Πρωθυπουργό και Υπουργό Στρατιωτικών Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο..
- Στην αδυναμία της Τουρκίας να μεταφέρει ενισχύσεις από τη Μικρά Ασία, όπου είχε επιστρατεύσει 250.000 άνδρες, εξαιτίας της απόλυτης κυριαρχίας του Ελληνικού Στόλου στο Αιγαίο από τις πρώτες ημέρες του πολέμου.
- Στο υψηλό ηθικό, τη μαχητική ικανότητα, την αυταπάρνηση, την εθελοθυσία και την αυτοθυσία αξιωματικών, οπλιτών και λαού.
- Τέλος, στη πολεμική αρετή των Ελλήνων που μεγαλούργησε ανά τους αιώνες. Που αποθεώθηκε με την ορμή, τον ηρωισμό, την ανδρεία που άγγιζε τα όρια της παραφροσύνης.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ2Η επέτειος των 96 χρόνων από την απελευθέρωση των Ιωαννίνων δεν είναι μια απλή υπόμνηση ενός μεγάλου θριάμβου. Είναι εθνική έξαρση και ανάταση των ηθικών δυνάμεων του έθνους μας. Είναι πηγή διδαχής και παραδειγματισμού που πρέπει διεξοδικά να διδάσκεται στους νέους μας. Είναι ύμνος της ψυχής και της λόγχης, της ομοψυχίας και της ενότητας του ελληνικού λαού που γνωρίζει πολύ καλά, αιώνες τώρα, ότι η ελευθερία δεν χαρίζεται, αλλά κερδίζεται. Κερδίζεται διαρκώς από κάθε γενιά και από κάθε άτομο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. ΓΕΑ/ Υπηρεσία Ιστορίας Πολεμικής Αεροπορίας, “Ιστορία της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας (1908-1918)”, Τόμος Α΄, Αθήνα, 1980.
2. ΓΕΣ/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΓΕΣ/ΔΙΣ), “Επιχειρήσεις κατά των Τούρκων στη Μακεδονία και τα νησιά του Αιγαίου 1912″, Αθήνα, 1988.
3. ΓΕΣ/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΓΕΣ/ΔΙΣ), “Επιχειρήσεις κατά των Τούρκων στην Ήπειρο 1912″, Αθήνα, 1992.
4. ΓΕΣ/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΓΕΣ/ΔΙΣ), “Επιχειρήσεις κατά των Βουλγάρων 1912-1913″, Αθήνα, 1992.
5. ΓΕΣ/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΓΕΣ/ΔΙΣ), “Επίτομη Ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913)”, Αθήνα, 1987.
6. Μαρκεζίνη Σ., “Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος”, Πάπυρος Πρες, Αθήνα, 1967.
7. Ιστορικό Αρχείο ΔΙΣ/ΓΕΣ (Πολεμικές εκθέσεις-προσωπικά ημερολόγια).
Πηγή http://www.zosimaia.gr/?page=article&id=193